Άνθρωπος από Νερό κι Αλάτι

Τον θυμάσαι; Πες θυμάσαι;

Άνθρωπος από νερό κι αλάτι. Που έστεκε με μουστάκι λευκό κι αλμύρα στο κάτασπρο σαν τον αφρό καΐκι το πρωί πριν απ’ το χάραμα, να καθαρίζει και να ετοιμάζει για να φύγει. Παίρνοντας πρώτα το μονοπάτι μέσα από στάχυα και θυμάρι. Ζύγιζε τη θάλασσα κι ορμούσε στο δρόμο που χάραζε χρυσός ο ήλιος, ροδαλός γι’ αρχή. Εκεί που ακόμα δεν είχε πάρει απόφαση. Λίγα άστρα, πρώτος ο Αυγερινός κι ένα φεγγάρι που ‘σβηνε. Λίγο ξέθωρο γαλάζιο μ’ ασημί και γλυκοκίτρινο σα χνάρι αυτού που ξεπροβάλει.

Όταν έβλεπε λαδιά καθόταν λίγο για το χάζι. Έκανε την ιεροτελεστία του. Λίγο τα πράγματα, λίγο τα φαγιά, σχοινιά και πρόσω. Ό,τι οι άλλοι είχαν βαρεθεί και το κάνανε αγκομαχώντας από τη ρουτίνα και τις κακουχίες, εκείνος καθότανε καρτερικά για χρόνια με τον ίδιο σεβασμό, με τον ίδιο καημό του τελευταίου ασπασμού.

Το ‘ξερε πως λίγοι έβλεπαν τέτοιες αυγές. Λίγοι ξύπναγαν με της νοτιάς το κάλεσμα. Λίγοι ξέρανε, τι θα πει ψάρι και ιώδιο. Αυγά, ντομάτα, ελιές και ψωμί μέρα μεσημέρι με ιδρώτα ζοφερό σε κύμα αλαφρό. Κι ύστερα το πυρ να σβήνει τις λιγοστές φορές που οι συνθήκες το επέτρεπαν στο δροσερό νερό που λίγοι αγνάντεψαν.

Μα το θεό την παντρεύτηκε τη θάλασσα. Κι ίσως να μην αγάπησε άλλη καμιά οσάν αυτή. Ακόμη κι όταν γύρευε να τον πνίξει, εκείνος δε φοβέριζε, δεν έβριζε. Τη σεβόταν ακόμα κι έως τότε. Η ελευθερία δεν τιθασεύεται. Το γνώριζε καλά. Μονάχα πας με τα νερά της, την εμπειρία που σ’ έδωσε και σεβασμό. Κοιτάς να μη πνιγείς. Πας με βήμα μετρημένο και σοφό.

Δεν τον νοιάζανε τα χέρια τα φθαρμένα, ούτε το πρόσωπο το χαραγμένο και ξερό. Σ’ αυτήν είχε τάξει την Ψυχή του. Κι όταν δεν ήταν με αυτή, έπλεε μέσα της. Γι’ αυτό κι όταν πατούσε στη στεριά χανότανε το βλέμμα του σε άλλους κόσμους.

Να δεις βαριόταν τους ανθρώπους και τη γη. Κι αναζητούσε πότε θα γυρίσει ξανά στην αγκαλιά της. Καμιά γυναίκα δε στάθηκε ικανή να τον κρατήσει στο στέρεο χώμα για καιρό. Μονάχα μια, που τον κατάλαβε έμεινε μαζί του ως το τέλος. Γιατί τον άφηνε να ‘χει τη θάλασσα ερωμένη κι έβλεπε στα μάτια του τη λάμψη, τη λαχτάρα σαν την κοίταζε.

Από μικρός σα βούταγε από βράχια ψηλά, απ’ όπου του ερχόταν, γενναία, δίχως σπιθαμή δισταγμού, σα να το ‘ξερε πως εκείνη ποτέ δε θα τον σκότωνε, έμενε ώρα στον βυθό. Τον χλευάζανε οι μεγάλοι. Δελφίνι τον ελέγαν. Τα παιδιά τρομάζανε από την ώρα που πέρναγε μες στον βυθό. Πολλές φορές τον ‘ψαχναν κι ανησυχούσαν, μη δεν ξαναβγεί. Μυστήρια μοίρα τους ένωνε τους δυο τους.

Έμενε για ώρα εκεί στ’ απέραντο με μάτια ορθάνοιχτα να επεξεργάζεται ό,τι μπορούσε να διακρίνει στο θολό τοπίο. Και πιο όμορφο δεν είχε από τη θέα του μπλε που άλλαζε κι απλωνότανε αβυσσαλέο. Κι ύστερα έστρεφε το βλέμμα πάνω. Για λίγο στεκότανε σ’ αυτή τη σιωπή που επιβαλλόταν ακόμα και στον ψίθυρο, μέχρι και στις σκέψεις. Άφηνε σαν  απόηχο απόκοσμο μόνο την αναπνοή και ισχνά το καρδιοχτύπι του.

Και οσάν τελείωνε η ανάσα που είχε ώρα ξεχαστεί γύριζε προς τα ψηλά κι έβλεπε, μέσα από γυαλί θαρρείς, τον ήλιο να τρεμοπαίζει και τον ουρανό γαλάζιο μέσα από κρύσταλλο. Καθαρό κι αμόλυντο. Νερό που βάφτιζε. Νερό που εξάγνιζε.

Ώρες ολόκληρες πέρναγε μαζί της. Της μίλαγε, της έγνεφε. Και κείνη του ξηγήθηκε καλά. Μα και στα στραβά της που την πιάνανε, δεν της κάκιωνε.

Παιδί με χέρια μουσκεμένα, ζαρωμένα απ’ τις ώρες στο παιχνίδι καθότανε για λίγο στην ακτή να ξαποστάσει, να στεγνώσει στου ήλιου το αδίσταχτο λιοπύρι, να διώξει το αλάτι που στον λαιμό τον έγδερνε με σύκο και καρπούζι. Και μετά ξανά πάλι πίσω στη δροσερή της αγκαλιά.

Έτσι από μικρό, είχε τη γεύση της και τ’ άρωμά της. Μεγάλωσε μες του πατρός του το καΐκι, που ύστερα έγινε δικό του, μα για καιρό βγαίνανε μαζί, ο καθένας το δικό του. Αυτό ήταν το μέλημά του.

Πότε θα έπαιρνε δικό του σκαρί να φεύγει ελεύθερος, χωρίς λογαριασμό. Έως τότε δραπέτευε στα κρυφά και το ‘κλεβε. Ξανά όλοι τον γυρεύαν. Πόσες λαχτάρες να πήρανε οι δικοί του; Ως που τον ’μάθαν όλοι. Μα το βλέπαμε στα μάτια της μητρός του που μες στη σιγουριά της, ένα κομμάτι πάντα αναρωτιόταν, αν θα γύρναγε. Μια αγωνία ήταν πάντοτε χωμένη μες στην ηρεμία της.

Μα το ‘ξέρανε πως αυτή ήτανε η κλίση του, αν θες. Κι είχε μάθει πολλά τόσα και τόσα αυγερινά στη τράτα μέσα. Αποκοιμιότανε με το γουργουρητό και ξύπναγε να ρίξει δίχτυα. Μετά γυρίζοντας να το ξαφρίσει. Κι όλοι αγκομαχούσαν, μα εκείνον δεν τον ένοιαζε. Δεν ήταν δουλειά, μα γλυκιά συνεύρεση. Κι αδημονούσε για το απάντημα κάθε φορά. Τους έβλεπες όλους βαθιά συγκεντρωμένους στη δουλειά τους, περιμένοντας να δουν τι τους έβγαλε η μέρα. Εκείνος καρτερούσε την επιστροφή. Και φώναζε ο πατέρας του, πως θέλανε τα ψάρια για να ζήσουν.  Μα εκείνον τον έθρεφε τ’ αλάτι. Γι’ αυτό κοκαλιάρης ήτανε μια ζωή.

Όταν δεν κοιμότανε μες στο καΐκι γύριζε σπίτι κι έμενε στο μπαλκόνι με την πίπα του, που τη ρούφαγε αργά προσηλωμένα ν’ αγναντεύει την πορφυρένια σφαίρα που κι αυτή ακόμη αδύναμη βυθιζότανε στα σπλάχνα της και χανότανε από προσώπου γης για να γεννηθεί ξανά μέσα από βρεγμένα σωθικά το επόμενο πρωινό. Κι ύστερα χάζευε τ’ αστέρια. Δεν του ‘παιρνες κουβέντα τότε.

Θαρρούσες μίλαγε σ’ αυτά και εκείνα απαντούσαν. Του ‘διναν τους χάρτες της Ψυχής του και φωνάζαν «σωτηρία».

Πόσες φορές άμαθο αγόρι ακόμα με τις πρώτες δειλές τρίχες γύρω απ’ το στόμα του έπαιρνε κλεφτά τη «Μαρίνα» και γύριζε μέσα στα πυκνά σκοτάδια. Κι όλοι όταν τον τσακώναν αναρωτιούνταν πώς δεν ξεβράστηκε σε καμιά ξέρα. Πώς νερό κι αιθέρας τόσο καλά του ‘χαν φερθεί- ακόμα και η νύχτα η άχαρη, που φυλά κινδύνους για το μάτι- και τονε γυρίζανε πάντα σώο κι αβλαβή. Ενθουσιασμένο κι αλλοπαρμένο, τόσο που καμιά φωνή, μήτε ξυλιά ήτανε αρκετή να του κοστίσει τ’ όνειρο και τη συνάντηση αυτή.

Κι έτσι πρόκαμε να ζήσει τη ζωή που λαχταρούσε. Ακούγοντας αναπνοή και καρδιά δική του και φωνή καμία ξένη. Κι έτσι που τάχθηκε εκεί, εκεί και κοιμήθηκε. Σε μια ζωή που φαινότανε απλή, μα μονάχα Εκείνη γνώριζε όλα τα χνώτα και τα μυστικά της, όλες του τις τρικυμίες.

Από νερό ερχόμαστε και σε νερό γυρνάμε. Πάντα γυρνάμε εκεί που ξεπορτίσαμε. Αρκεί ν’ ακούμε τον προορισμό που μας καλεί. Άραγε αντάμωσε, όπως το γύρευε η Ψυχή του;

Βασίλεμα Αυγούστου σ’ έρημα νερά και ιερή σιωπή. Εκεί πήρε την τελευταία του πνοή, βρεγμένος, εκεί που έμεινε να ξαποστάσει. Ίσως και να το ‘ξερε πως το τέλος σίμωνε. Να ‘τανε εκείνο που περίμενε;

Το χαμόγελό του κάτι καλό θα σήμαινε. Έτσι τονε βρήκανε, όταν μια μέρα πια δεν γύρισε. Κι άφησε μια σταλιά ελπίδας σ’ όσους ‘μειναν πίσω και θυμούνται το αθώο πέρασμά του. Και έναν δισταγμό μαζί. Τι ‘ναι καλύτερο; Εκείνο που επέλεξαν ή αυτό που διάλεξαν ν’ αφήσουν πίσω. Πάλι… ποτέ δεν είναι αργά.

Πες μου, θυμάσαι;

Εγγραφή στο Sylviabenaki.com