Αμόλησέ με στα πουλιά!

Είμαι είκοσι χρονών. Είμαι εδώ για να ζω. Να δω τον κόσμο ολοφώτιστο, λαμπρό, να ονειρευτώ. Να δω τα δάκρυά μου να στάζουν και να γεμίζουνε τα πέλαγα. Τον ήλιο να μου λούζει την ψυχή. Είμαι εδώ για να πιστέψω πως υπάρχει η απόλυτη καλοσύνη στα πιο εχθρικά, εκείνα τα αντικριστά μου μάτια. Είμαι εδώ για να γίνω εγώ καλύτερη και στην καρδιά μου ν’ ακουμπήσω τρυφερά όλο τον κόσμο. Για να δω τα λουλούδια να ανθίζουν, τους αγρούς να βλασταίνουν, τα δέντρα να θεριεύουν και τις σκιές τους να προσφέρουν δροσιά να ξαποστάσω κι όχι σκέπασμα στα οράματά μου.

Ζω για να ονειρευτώ το μέλλον. Εκείνο στο οποίο θα ξεχυθώ γεμάτη ορμή και δίψα. Για να το αλλάξω, να το γκρεμίσω κι απ’ αρχής μεμιάς να το γεμίσω με αρώματα και εικόνες ενός κόσμου ιδανικού. Εκείνου που θα κυριαρχεί η δικαιοσύνη, το ήθος και η ισότητα. Εκεί που το βλέμμα θα είναι ειλικρινές και θα ευγνωμονεί για ένα ταπεινό χαμόγελο κι ας αντικρίζει παντού την ευτυχία.

Είναι η φύση μου που με προστάζει να πιστεύω ακράδαντα στο ειδυλλιακό και στην ανώτερη αγάπη, την ανιδιοτελή, στην αγκαλιά που κλείνει μέσα της το πέταλο και γεννά όλη την πλάση. Στον έρωτα τον αληθινό… που κάνει τον θνητό θεό, ικανό να ζήσει μόνο με αυτόν. Πιστεύω στον κόσμο των αξιών και των αρχών, της αλήθειας και της αρετής . Όσο κι αν οι καιροί με γονατίζουν, εγώ ονειρεύομαι. Στα όνειρα βρίσκω τη γαλήνη που η πραγματικότητά μου κλυδωνίζει.

Μάτια μου, μη μου πατάς τα όνειρα! Όχι, πριν τα ζήσω! Άσε τα, δειλά να τα τολμήσω. Ίσα τη γεύση τους να νιώσω. Μη μου δείχνεις τη φθορά μου, πριν τη γέννησή μου. Ναι, το ξέρω. Πιστεύω στο ανέφικτο. Νιότη είναι μονάχα εκείνο που θωρώ. Έτσι θαρρώ το λένε. Κι είναι ωραία!

Τη θυμάσαι άραγε; Τι θυμάσαι άραγε;! Μα τι ρωτώ; Άσε με να σου θυμίσω! Μη με πνίγεις! Άσε με να βουλιάξω μέσα σε αυτή. Δωσ’ μου το δικαίωμα στη λησμονιά μου να τη θάψω, όταν τα μάτια μου θολώσουν από δάκρυα ή από γεράματα. Αμόλησέ με ξέθωρη, ανήμπορη στον κόσμο που ποθώ να πλάσω. Κι άσε με να σκοτωθώ. Για όνειρο θα ‘ναι! Μα ναι, αξίζει! Αλλιώς γιατί να ζω; Μη στραγγαλίζεις την ελπίδα, αυτή με θρέφει! Εκείνη με στηρίζει και τις πληγές μου μου φροντίζει κάθε φορά που ένας κυνικός το σύμπαν του χαρτιού μου σχίζει.

Επέτρεψέ μου να δω στην τέχνη την ουσία και με αγώνα να πασχίσω να τη στεριώσω εδώ, μπροστά μου, να τη μυρίσω, να τη φτύσω, να τη γδάρω και ξανά δική μου να τη κάνω. Άφησέ τη να με παρασύρει στη φρενίτιδά της, να μου γυρίσει τον κόσμο ανάποδα και τα όριά μου σα σκόνη να φυσήξει. Με μια κραυγή να ορμήσω σε δρόμους γεμάτους, σαν άνθρωπος τρελός, και να γλιστρήσω, σα πινέλο σε μια νότα.

Μη με σκοτώνεις! Μη! Άσε με να προσπαθήσω! Άσε με να γίνω ο άνθρωπος  που ονειρεύομαι, τώρα  που μπορώ. Μη μου αρπάζεις δογματικά την ευκαιρία! Τη ξέρω την αλήθεια. Μα τώρα η ψυχή μου το βαστά. Μετά θα ‘ναι αργά. Μια άπλερη μάζα είμαι. Μπορώ ακόμη να με πλάσω! Μπορώ να γίνω ο άνθρωπος που αξίζω, εκείνος που με σεβασμό αναγνωρίζω, εκείνος που με περηφάνια αγαπώ. Σ’ εκλιπαρώ και με γδαρμένα γόνατα, σημάδια απ’ το παιχνίδι, μπροστά σου πέφτω: αμόλησέ με στα πουλιά!

Κυλάω σα πικρό σου δάκρυ. Οι τύψεις; Η νοσταλγία; Οι φόβοι σου; Τα νεκρά σου όνειρα; Στα σκότωσαν ή αυτοκτόνησαν; Μήπως στη χαραυγή τα δολοφόνησες; Ήταν ηλιόγερμα θαρρείς; Σα να θυμήθηκες… Γι’ αυτό άχαρα και με σκουπίζεις… Ξέφυγα όμως, στο μάγουλό σου λοξοδρόμησα και στη σελίδα σου μουτζούρα έγινα. Να σου θυμίζω τη στιγμή που ο νους σου ξύπνησε. Εκεί… μια στιγμή… ένα μελάνι άμορφο κι σ’ ένα σημείο χαρτί ρυτιδιασμένο. Χιόνι που έλιωσε η ψυχή σου και έγινε γάργαρο νερό σα πρώτα.

Κι αν όλα εκείνα δε μπορείς, αν μ’ αγαπάς και να με σώσεις θέλεις, άσε με! Έκανες πολλά! Για όλα εκείνα σ’ αγαπώ! Μα υπάρχω! Κλείνω τα μάτια, ταξιδεύω εκεί που θα ‘θελα να πάω. Τραβάω το ταξίδι μου σε μένα και τώρα που το κορμί αντέχει πελεκώ τη βάρκα που θα με κουβαλήσει στον πόντο της καρδιάς.

Είναι ίδιος με αυτόν που αγγίζω, αυτόν που γεύομαι και τους θώρακές μου με τ’ αλμυρό του αγέρι τους γεμίζω. Συγχώρα με, αλήθεια στο ζητώ. Μα, αν δε το κάνω, ποτέ ξανά δε θα με δω… δε θα τ’ αντέξω. Και το ξέρω, μια μέρα θα με χάσω. Χρωστώ σε μένα το «αν» να κυνηγήσω… Αφελής; Δε ξέρω… Μονάχα νιώθω καλά μ’ αυτό. Γι’ αυτό είναι σωστό.

Τα πανιά μου σχίζω και με βία τα φυσώ. Λύνω τα σχοινιά σου και σαλπάρω στη ζωή μου.

Εγγραφή στο Sylviabenaki.com