Περί Ψυχής
“Γιαγιά γιαγιά!” Πετάχτηκαν οι παιδικές φωνές τους. “Κοιτά πως γυαλίζουν εκεί ψηλά τ’ αστέρια! Σα χρυσόσκονη!”
Χαμογέλασε αχνιστά. Παράτησε το τραπέζι που τακτοποιούσε. Τράβηξε τα αργόσυρτα ποδάρια της και κάθισε κοντά τους.
«Είναι το μυστήριο του κόσμου… Ένα κορίτσι κάποτε χόρευε στης νύχτας τις πλαγιές, τα στενά και τ’ ακρογιάλια. Εκεί που δεν υπήρχε πουθενά το χάραμα. Σα σεμνή του Διονύσου ακόλουθος και Νύμφη εξωτική. Κάθε αυγή χανότανε. Έτσι της είχαν πει. Μια μέρα, ζωηρό παιδί κι επαναστάτης θέλησε να δει του ήλιου την άγνωστη μορφή. Ξεπρόβαλε νωχελικά μέσα από το πέλαγος μεγαλοπρεπής και όμορφος. Ακόμη κι εκείνος ξαφνιάστηκε από την απόκοσμη ομορφιά της. Τέτοιο πρόσωπο ποτέ ξανά δε φώτισε. Τέτοια χάρη ποτέ του δεν αγκάλιασε με τις ατελεύτητές του αχτίδες.
“Ποια είσαι εσύ; Ποιο είναι το όνομα εκείνο που κρατάς, μορφή πλασμένη από Θεούς; ” τη ρώτησε.
“Της νύχτας η σαγήνη. Όνομα στεγνό δε φέρω. Καθείς με αποκαλεί με της δικής του φαντασίας τις προσταγές.” απάντησε.
“Μου ακούγεται επικίνδυνο.” είπε με αυστηρότητα.
“Μόνο γι’ αυτούς που έχουν καρδιά κλειστή”. Του είπε και άπλωσε ευγενικά το χέρι προς το μέρος του. Μοιράστηκαν έναν χορό ατέρμονο στην ξεγνοιασιά μέρας θερινής. Έμειναν να ταξιδεύουν πάνω από της Γης τα λάφυρα. Τις πεδιάδες και τα δάση, τα βουνά, τις χαράδρες και τη θάλασσα. Το φιλί τους έβαψε το ουράνιο πέπλο κόκκινο. Έφτασε η ώρα όμως να βυθιστεί και πάλι ο φωτοφόρος κάτοικος των ουρανών στων αλμυρών νερών τη ζάλη.
“Έλα μαζί μου” της ψιθύρισε.
“Πάντα κρύβομαι στου ωκεανού το απέραντο. Στο λίκνισμα του κύματος. Στης βάρκας το παράπονο. Μα είναι μονάχα ο ρόλος μου, μου είπαν, όταν εσύ θα λείπεις να ομορφαίνω εγώ τον κόσμο. Ό,τι το φως σου πια δε φτάνει να φωτίσει. Μου είπαν πως είναι η μοίρα μου από του κόσμου τα ταγμένα. Να στολίζω τη σιωπή και να κρατώ τον έρωτα ζεστό. Να σβήνω τους φόβους, που το σκοτάδι στο άγνωστο γεννά. Να κρατήσω μια γαλήνη. Να εμψυχώνω της φλόγας το τραγούδι και να παρασύρω καμιά φορά στης μέθης τη λησμονημένη θύμηση.
Μου μίλησαν για σένα. Κρατάς την πλάση όμορφη, τον κόσμο σε τροχιά. Μακριά σου μου ‘παν παντοτινά να μείνω. Μη παραδοθώ στην τέρψη σου και στερήσω τη θαλπωρή από τον άγριο υπόκοσμο της σκοτεινής της αφεντιάς. Να μείνω, μου ‘παν, με την ομορφιά να τους πλανεύω και να τους παρηγορώ. Φοβήθηκαν, λέει, μη σε κρατήσω και αρπάξω από τον κόσμο τη χαρά να συναντήσουν το σκοτάδι και να επιλέξουν ελεύθερα τον δρόμο τους.”
“Για σένα κάποτε μου μίλησαν κι εμένα. Τότε στα γεννήματα της Γης. Στων βροτών τον θάνατο τον μέγα. Μου είπαν πως εσύ από αγάπη, θυσία την ύπαρξή σου έδωσες. Να τους βαστάς γερούς, πιστούς. Να μη μείνουν για πάντα στο σκοτάδι. Να μη σε δω ποτέ, με πρόσταξαν. Μοιραζόμαστε τη γοητεία που από τη φύση των θνητών θα έλειπε. Κάτι που στο δρόμο θα ξεχνούσαν. Τους δίνω την πνοή, όπως με διέταξαν και κρατώ το σύμπαν τους σε τάξη. Δίνω υπόσταση στην ύπαρξη. Τους δείχνω τα δώρα που φύλαξε για κεινους. Και είναι η μικρή απουσία μου χρήσιμη κι εκείνη, όπως πριν σωστά το πρόφερες. Όταν κρύβεται ό,τι εγώ τους φανερώνω. Τότε βλέπουν στο τίποτα που μένει, το μαύρο που οι ίδιοι κουβαλούν. Να αντιπαλέψουν με τα δικά τους τέρατα. Εκείνο πρέπει. Κι αν εσένα σε χρειάζονται για να βαστούν όσο εγώ θα λείπω, δως τους τη στοργή σου. Ας είναι. Εγώ για πάντα από σένα θα χαθώ. Μα να ξέρεις πως ακόμη κι όταν χάνομαι, τα χνώτα μου είναι εκεί. Στο μέγεθος κάθε σκιάς. Γιατί τους ανθρώπους αγαπώ και στην αγκαλιά τους περιμένω.”
Τότε τα μάτια της για πρώτη φορά δάκρυσαν. Στάλαξε το σούρουπο μελαγχολία και θλίψη. Με την περιέργειά της τα ‘βαλε. Εκείνος της έσφιξε γερά τα χέρια.
“Μονάχα αυτό το δώρο κράτησε: όταν τη μέρα τούτη θα ξεχνάς, όταν θα μας λησμονάς… Πάρε γυαλιά και κρύσταλλα δικά σου γιομάτα με τη δική μου λάμψη. Ένα κομμάτι της αγάπης μου σου αφήνω. Το πύρινό μου, ολόχρυσο αίμα. Διαμάντια σου φορώ στο λινό, το διάφανο φόρεμά σου. Να με κοιτάς και να σε βλέπω στης φωτιάς το σπινθήρισμα και στου φεγγαριού το λίκνισμα. Στων αστεριών το άγνωστο, στου απείρου τους τη φωτεινή ελπίδα και στης μακάβριας πορείας τους το σπινθηροβόλο ίχνος και την απελπισμένη ή φερέλπιδα ευχή. Μόλις με καταπίνει ο ορίζοντας και τον τερπνό χορό σου αρχίζεις, να ραίνεις τους ανθρώπους με μια στάλα από το φως μου. Να είναι η αγάπη μας που θα τους κρατά στης ζωής τα νήματα. Ρίξε τους στίγματα Εκείνον για να βρουν.”
Έτσι δέχτηκε η μικρή νεράιδα τη μοίρα που αιώνες και αιώνες πριν της πλέξανε. Ο χορός της γέμισε με πάθος. Κάποιες φορές ξεχνούσε κι οργιζόταν. Τότε φυσούσε δυνατά ερημώνοντας τους δρόμους, πνίγοντας τα φώτα και σκέπαζε τα αστέρια με του ουρανού το γκρι το σάλι. Μα σαν η πρώτη αχτίδα ξεμυτούσε γλύκαινε και τη μνήμη της μπόλιαζε ξανά. Άλλοτε ήταν η μήνη της τόσο μεγάλη που ακόμη και τον ήλιο σκέπαζε. Είχαν εντολή τα σύννεφα μακριά να τον κρατήσουν. Έτσι ταλαντεύονταν για χρόνια, υπηρετώντας τον σκοπό τους. Τόσο συγκίνησε το δράμα τους, ώστε τους έδωσαν χρόνο να παίρνουν περισσότερο μαζί. Σαν τότε που γνωρίστηκαν. Σιγά σιγά από την Άνοιξη μέχρι του Καλοκαιριού το σβήσιμο και ήταν οι μέρες πιο γλυκές.»
“Και τελικά;”
“Παλεύουνε με τον ανώτερο σκοπό τους. Αγναντεύοντας τ’ αστέρια θυμόμαστε κι εμείς απλοί θνητοί το δρόμο μας. Τη μάχη που κουβαλούμε μέσα μας. Μέσα στο ζοφερό σκοτάδι, εκείνη μας δίνει ελπίδα και από τότε που γνωρίστηκαν μας ρίχνει σταγόνες απ’ το φως του να μη χάσουμε τον δρόμο για το σπίτι. Τα αστέρια κουβαλούν τη μνήμη της συνάντησής τους και τη μνήμη τη δική μας. Ποιος ξέρει. Ίσως κάποτε χορέψουνε ξανά μαζί. Όταν δε θα υπάρχει πια σκοτάδι. Ίσως κάποτε, χορέψουμε ξανά μαζί.”
