Ζωή.
Και σκέψου λοιπόν το εξής: αυτή τη στιγμή ο πληθυσμός της γης είναι 7.796.056.652, αριθμός που αλλάζει κάθε στιγμή, απλά γιατί αυτή τη στιγμή χιλιάδες άνθρωποι φεύγουν και έρχονται από τη ζωή αυτή ταυτόχρονα.
Στον πλανήτη αυτήν ακριβώς τη στιγμή κάποιοι αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο ή θρήνο της ζωής τους. Δυο παιδιά σε ένα πάρκο κάπου ερωτεύονται, κάποιοι μελετούν τ’ αστέρια και κάποιοι πίνουν τον πρώτο καφέ της μέρας. Μερικοί χορεύουν, άλλοι προσεύχονται, άλλοι επιστρατεύονται. Κάποιοι είναι μακριά χιλιόμετρα από το σπίτι και την οικογένειά τους και κάποιοι μόλις είδαν το νεογέννητο παιδί τους ή γεννούν τη στιγμή αυτή. Κάποιοι τσακώνονται με λόγια αιχμηρά κι άλλοι ανταλλάσουν κουβέντες τρυφερές.
Κάπου στον πλανήτη αυτόν, άνθρωποι βλέπουν τα πιο φανταστικά όνειρα, που το πρωί δεν θα ‘ναι ούτε μια ανάμνηση, ενώ άλλοι βλέπουν τα όνειρα μιας ζωής να γίνονται πραγματικότητα και μια βαθειά αφοπλιστική αίσθηση τους κατακλύζει. Μια κοπέλα βλέπει το μέλλον να απλώνεται μπροστά της και ένας έφηβος γυρίζει ανέμελος μες στα στενά, γενναίος με δίψα για ζωή, ατρόμητος στη νιότη του.
Κάποιος διδάσκεται κάτι που θα του φανεί τόσο χρήσιμο χρόνια μετά και δεν έχει ιδέα. Τώρα. Που χύνονται γράμματα τέτοια στο χαρτί. Τώρα δα, που διαβάζεις τούτες τις γραμμές. Και τις γραμμές αυτές δε ξέρω ο καιρός πού θα τις πάει. Ίσως σε ένας συρτάρι, σε μια σελίδα ενός βιβλίου σε κάποιου το μακρινό ράφι ή και στη σκόνη του μυαλού. Ίσως σε κάποια χέρια γέρικα, μα ονειροπόλα.
Γιατί κάπως έτσι είναι η ζωή. «Ζωντανή»! Και ποτέ μα ποτέ δεν ξέρεις η επόμενη στιγμή πώς θα ‘ναι. Όλα τα σενάρια είναι πάντα πιθανά. Και όλα είναι στο χέρι σου. Όχι. Δεν ξέρεις πάντα τι θα συμβεί. Μα μπορείς να επιλέξεις πως θα αντιδράσεις σε ό,τι συμβεί. Δεν είναι το γεγονός κάθε φορά που δε σ’ αρέσει. Είναι που σου χαλά τα σχέδια που τόσο επιμελώς τακτοποίησες.
Μα, Ψυχή μου, η ζωή δεν είναι βιβλίο που γράφει και δεν ξεγράφει. Είναι ορμή και δύναμη. Είναι αφηρημένη δημιουργία. Δε χωρά σε τοίχους, υπολογισμούς και σε κουτιά. Η ζωή δεν είναι μαθηματικά. Τα μαθηματικά είναι το εργαλείο του μυαλού που προσπαθεί να μεταφράσει και να χαλιναγωγήσει τη ζωή. Και όμως αυτή είναι τόσο σοφά δομημένη που το λογικό μυαλό σου δεν μπορεί να καταλάβει. Είναι βασισμένη σε μαθηματική δομή τέτοια που αδυνατείς να τη συλλάβεις. Δεν είναι αυτή παράλογη, μα εσύ δεν είσαι αρκετά τρελός.
Αν λοιπόν, δεν σ’ αρέσει κάτι σε ένα γεγονός, την επόμενη φορά, άλλαξε την αντίδρασή σου σε σχέση με αυτό. Φορά με τη φορά. Κι αποχαιρέτα το σα δάσκαλο σωστό που είναι.
Τώρα δα, στη γη αυτή, χιλιάδες φώτα αυτοκινήτων πλημμυρίζουν τους δρόμους. Κάποιοι ανταλλάζουν όρκους φορώντας στέφανα, κάποιοι σκουπίζουν δάκρυα χωρισμού, θρηνώντας ένα «για πάντα» που κόπηκε στα δύο και αγνοούν το αύριο που ξημερώνει αλλιώτικα απ’ ό,τι είχαν φανταστεί, απ’ ό,τι είχαν υποσχεθεί.
Και ο κόσμος γεμίζει χρώματα. Μια μέλισσα μυρίζει ένα λουλούδι ρουφώντας όλη τη γύρη που μπορεί. Ένα δελφίνι κολυμπά στο απέραντο χορεύοντας με λαδιά τη θάλασσα. Ένα κολιμπρί ξεκινά ταξίδι ατέρμονο. Κάποιοι ψέλνουν σ’ ένα μοναστήρι στάζοντας θαλπωρή κι ελπίδα, ανακαλύπτοντας την πίστη. Κάποιοι τη μαθαίνουν τώρα μέσα στη βοή της πόλης ή σε ένα σοκάκι σκοτεινό και βρώμικο, σε μια καθοριστική στιγμή. Ή στη σιωπή ενός δωματίου σε έναν διάλογο εσώτερο, κρυφό.
Κάποιοι έχουν καλοκαίρι, κάποιοι χειμώνα, κάποιοι μέρα, κάποιοι νύχτα. Η δική σου νύχτα, είναι η δική μου μέρα. Και ζούμε κι οι δυο παράλληλα. Την ίδια στιγμή, στον ίδιο πλανήτη σε μια απόσταση που μπορεί να είναι μερικές ώρες μακριά. Γιατί όλα είναι σχετικά…
Κάποιοι επαναστατούν, κάποιοι συνωμοτούν και κάποιοι κάνουν μια πράξη θαρραλέα, τίμια ή ευγενική, που κανείς ποτέ δεν θα το μάθει ή ίσως λιγοστοί. Σ’ αυτή τη σφαίρα τ’ ουρανού. Άλλοι πεινούν κάτω από το άγαλμα του Ιησού στο Ρίο, άλλοι περνούν ανατριχιάζοντας στην αποτυπωμένη μνήμη πάνω εκεί στο Κολοσσαίο ή μαζεύουν φως στη Φλωρεντία, άλλοι γεύονται κρασιά και τρυγούν τ’ αμπέλια. Μερικοί μένουν σιωπηλοί μπροστά στο Σέλας. Κι άλλοι γονατίζουν κοιτώντας προς τη Μέκκα. Μερικοί βρίσκονται σε βραδιά ρομαντική με σελήνη, Παρθενώνα, γιασεμί. Και είναι όλα αυτά μαζί. Και συνυπάρχουν. Πόλεμος και Ειρήνη σε μια στιγμή απάνω.
Κάποιοι ακολουθούν τα τυπικά κι άλλοι γυρίζουν τον κόσμο ανάποδα. Δεν πάνε με τους κανόνες μιας κοινωνίας που βιάζεται, μα εκείνους που ταιριάζουν μέσα τους. Με τον τρόπο τον δικό τους. Κι άλλοι δεν γνωρίζουν κοινωνίες σαν κι αυτές. Ζουν ακόμη μες στο πράσινο τιμώντας το νερό και τον αέρα. Κάποιοι παλεύουν για το σπίτι τους, κάποιοι για την τσέπη τους, κάποιοι για τη χώρα τους και κάποιοι για την πείνα τους με στομάχια αδειανά. Κάποιοι με βλέμμα αδειανό.
Εδώ. Σε μια γη με δέντρα, με καταστροφές, με ελάφια, με λιοντάρια, με σκυλιά, με πεταλούδες. Με Ινδούς με πολύχρωμες φορεσιές, με φιόρδ, με αμανέδες, με σομπρέρο και κιθάρες, με στέπες και δάση κωνοφόρα. Με δέρμα αλαβάστρινο ή μαύρο καθαρό κι αγνό. Με χαμόγελο και δάκρυ. Με στροβιλισμούς των σούφιδων, με πυραμίδες και καμήλες. Με καραβάνια σ’ έρημο στο πουθενά σε μια αμμουδιά απέραντη που το βράδυ, απάτητη από πολιτισμό, ξεδιπλώνει αστέρια. Με ταγκό παθιασμένα, με τρομπέτες, με γκάιντες, με βιολιά και μ’ άρπες. Με θάλασσες, ωκεανούς και βουνοκορφές αδάμαστες. Με χιόνια και χείμαρρους. Με θιβετιανούς μοναχούς. Με ρύζι, με μπαχαρικά, με ελιά και με μεράκι.
Όλα μαζί, ωμά και εκλεπτυσμένα, σκληρά και όμορφα, γρήγορα και γαλήνια, άχαρα και εναρμονισμένα, ανόμοια την ίδια στιγμή, σε μια φωτεινή σπιθαμή τον γαλαξία…
