Τη Μητέρα μου την έλεγαν Αγάπη…

Τη μητέρα μου την έλεγαν Αγάπη. Ήταν μια γλυκιά, καλοσυνάτη γυναίκα, μεγαλωμένη σε δύσκολη εποχή. Είχε μάτια ξεπλυμένα γαλανά, μάγουλα γεμάτα και κορμοστασιά, επιδερμίδα λευκή σαν την πάχνη την αυγή. Πολλές φορές τα μάγουλα αναψοκοκκίνιζαν θυμάμαι, στη φούρια της να τα προλάβει όλα.

Είχαμε μια ζωή απλή κι όμως γεμάτη. Γεύσεις και αρώματα. Θυμάμαι φράουλες πορφυρές που δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από το πιο περίτεχνο γλυκό της εποχής. Ζουμερές με τη μυρωδιά της άνοιξης. Τις έτρωγα με λαιμαργία και συνεχώς έβαφα τα ρούχα κόκκινα. Και τότε αναψοκκοκινιζε ξανά η Αγάπη που είχε να τα καθαρίσει όλα!

Ήμουν το πρώτο αγόρι της οικογένειας! Μεγάλος θρίαμβος αυτός! Ίσως το πρώτο επίτευγμά μου στη ζωή! Και με παινεύανε όλοι τους γι’ αυτό! Με φροντίζανε, με ενθαρρύνανε και μου γλυκομιλούσαν. Μα πιο πολύ απ’ όλους η Αγάπη. Εκείνη με έβαζε στη γεμάτη αγκαλιά της. Με γέμιζε με τα φιλιά της. Είχαμε χρόνο να περνάμε μαζί μιλώντας, συζητώντας. Μου χάιδευε τα μαλλιά κι ήξερα πως όλα θα πήγαιναν καλά. Με αγαπούσαν μέχρι και τα μάτια της. Κυρίως αυτά.

Μα τούτο δεν κράτησε πολύ. Ή όχι όσο το χρειαζόμουν. Λίγο καιρό αργότερα απέκτησα αδερφή. Ύστερα κι άλλη. Και ξαφνικά δεν είχε σημασία που ήμουν ο πρώτος γιος. Ή μάλλον είχε, γιατί ζητήσανε από μένα να αναλάβω τις ευθύνες. Έτσι απλά, με ξεχάσανε όλοι και εγώ προσπαθούσα να τους πω: «Ε, μην με ξεχνάτε! Είμαι ακόμη εδώ!» Έγινα υπάκουος, έγινα ζωηρός. Μα τίποτα δεν φάνηκε να πιάνει.

Είδα και την μάνα μου να δυσκολεύεται. Δεν είχε πια χρόνο για τις συζητήσεις και τις βόλτες μας, τα γέλια μας. Δεν μου ανακάτευε πλέον τα μαλλιά. Τα μάγουλά της ήταν πιο συχνά κοκκινισμένα. Το βλέμμα της άρχισε να σκυθρωπιάζει. Με τις δυο αδερφές μου ήρθαν πολλοί μπελάδες και πολλές δουλειές. Μα πιο πολύ με το σύντομο φευγιό του πατέρα μου. Τότε που κλήθηκα να μπω στη θέση του. Ήμουν το «πρώτο αγόρι της οικογένειας», άλλωστε…

Κι εγώ, που αγαπούσα την Αγάπη, που ήταν η πρώτη γυναίκα της ζωής μου, ένιωσα σιγά σιγά να τη χάνω. Στεναχωριόμουν να τη βλέπω έτσι. Ήθελα τα χάδια, και το βλέμμα της πίσω. Εκείνη που με φρόντιζε, μου ζήτησε να τη φροντίσω κι εγώ τότε ξαφνιάστηκα. «Πώς έγινε αυτό; Μα και πώς να της όχι; Ήταν η μεγάλη μου Αγάπη!»

Έτσι, άρχισα να τη βοηθώ. Να της ελευθερώνω χρόνο, να της δίνω το χαμόγελό της πίσω. «Θα δει τι κάνω εγώ για εκείνη!» Ήθελα να της ξυπνήσω την επιθυμία να με δει και πάλι. Όσο μου ζητούσε εκείνη να τη βοηθήσω στις δουλειές, να αναλάβω υποχρεώσεις, τόσο εγώ μοχθούσα να της δείξω πόσο καλά τις κάνω. Μα εκείνη σκοτείνιαζε όλο και πιο πολύ. Ανάμεσά μας, μπήκαν τα δυο κορίτσια και δεν τη ‘φτάναν πια τα χέρια μου. Μου ζητούσε να κάνω πιο πολλές δουλειές και πιο καλά.

Μα τούτο μου έγινε συνήθεια. Απαιτούσα από τον εαυτό μου να γίνεται καλός σε όλα. Κάποιες φορές το πίστευα πως ήμουν ο καλύτερος. Ο καλύτερος υπάλληλος, ο καλύτερος σύζυγος, ο καλύτερος φίλος, ο καλύτερος… Μα θύμωνα, γιατί οι άλλοι δεν το βλέπανε. Θα έφταιγαν σίγουρα εκείνοι! Αλλά έφταιγα κι εγώ… Δεν προσπαθούσα αρκετά!

Κάπως έτσι έχασα το αγόρι εκείνο… Έφυγε με χαμηλό, ανεπαίσθητο βηματισμό κι όμως μεγαλώνοντας άφησε κρότο πίσω του. Σαν μια βουβή ταινία. Έβλεπα ότι κάτι έλειπε, κάτι να σωπαίνει, ακόμα και να κραυγάζει κάποιες φορές κι όμως δεν το άκουγα. Μαζί του έφυγε και η Αγάπη. Οριστικά. Αφήνοντας ανείπωτο κενό, μια τραγωδία.

Ποτέ δεν κατάφερα να πάρω το χάδι της Αγάπης πίσω. Όσο καλός κι αν έγινα. Σε κάθε άνθρωπο που γνώριζα, φόραγα τα καλά μου, έλεγα τα χωρατά μου και περίμενα να μου δώσει κάτι από εκείνη. Έστω κάτι δικό της να μου τη θυμίζει. Μα κανείς δεν μπόρεσε.

Τώρα που το σκέφτομαι, πέρασα μια ζωή πενθώντας την Αγάπη. Εκείνη που έχασα στη γέννηση της πρώτης μου αδερφής. Γυρεύω χρόνια να φέρω πίσω ένα φάντασμα, να αναστήσω τους νεκρούς. Και πόσο ματαιώνει να προσπαθείς για το ανέφικτο… Γύρευα και γύρευα και προσπαθούσα, μα ποτέ δεν ήταν αρκετό. Ποτέ δεν ήμουν αρκετός. Έτσι θεωρούσα. Ποτέ κανείς δεν μου έδωσε εκείνο που ζητούσα.

Άρχισα να ρωτώ: μήπως είδατε την Αγάπη; Μήπως την ξέρατε; Μια γυναίκα με μάτια γαλανά ξεθωριασμένα… Τη γυρεύω τόσα χρόνια, θα τη βρω; Ξέρετε μήπως κάποια να της μοιάζει;

Κάποια στιγμή, σαν μέσα σε ένα όνειρο, ήρθε εκείνο το αγόρι να με δει. Με κοίταξε στα μάτια και είδα την Αγάπη. Είχε κρατήσει εκείνο μόνο του σφιχτά μέσα στις χούφτες του, τα γέλια της και τ’ άρωμά της. Εκείνο το αγόρι είχε μέσα του ό,τι έψαχνα όλον αυτόν τον καιρό. Είχε τη μνήμη της και τ’ άγγιγμά της. Με κοίταζε με το δικό της βλέμμα. Όπως ήρθε μέσα απ’ όνειρο βαθύ, έτσι και χάθηκε με την πρώτη αχτίδα του ηλίου.

Το αναζήτησα κι αυτό πολλές φορές, μα μου πήρε χρόνια για να το απαντήσω κι αυτό σε φευγαλέες συναντήσεις, βιαστικές, με τα βλέφαρα ανοιχτά. Άρχισα να του μιλώ. Να του ζήτω να μου θυμίσει ό,τι αναμνήσεις είχε από εκείνη. Με τη ζωή που μεσολάβησε, η αίσθηση του χεριού της στα μαλλιά μου έσβησε. Μα εκείνο το αγόρι, είχε ακόμη τα μαλλιά ανακατεμένα. Όταν τα χάιδευα, ένιωθα τα δάχτυλά της.

Αρχίσαμε να χτίζουμε μια φιλία μεταξύ μας κι αυτό η αλήθεια είναι, πως μείωσε τη μοναξιά μου. Μια μέρα, ένα θολό μεσημέρι, περπατούσα κλασικά χωμένος μες στις σκέψεις μου, όταν ένιωσα το χέρι του αγοριού να με κρατά. Ξαφνιάστηκα και γύρισα. Ήμουν έξω από τη βιτρίνα ενός καταστήματος.

Εκεί, σε έναν θορυβώδη δρόμο συνάντησα ένα βλέμμα οικείο. Είδα το βλέμμα της Αγάπης. Της δίκης μου αγάπης, μέσα από το βλέμμα αυτού του αγοριού, μέσα από την προσωπική μου διαδρομή όλα αυτά τα χρόνια. Μέσα από τις αποτυχίες και τα αδιέξοδα, μέσα από απορρίψεις και από ματαιώσεις. Ήταν εκεί να με κοιτά χωμένη σε ένα βλέμμα πια αντρικό, ρυτιδιασμένο, με τη βαθιά γνώση των όσων είχα ζήσει να μου λέει: «φτάνει!» Αυτό το βλέμμα με ήξερε καλύτερα από τον καθένα. Τα πιο κρυμμένα μυστικά μου. Μ’ αγαπούσε κι έτσι. Χαμογέλασα και ανταποκρίθηκε. Εκεί συναντηθήκαμε. Δεν είχα πια να ψάχνω άλλο… Ήταν η αντάμωση που αναζητούσα.

Δεν χρειαζόταν πια να προσπαθώ, να ντύνομαι με ρούχα ξένα, να δουλεύω σκληρά και ακόμη πιο σκληρά. Για εκείνην ήμουν αρκετός. Έγινα αρκετός για μένα. Την είχα πλέον βρει. Μάλιστα, έμοιαζε να με περιμένει. «Μα, βέβαια! Ήταν εκεί που δεν θα έψαχνα ποτέ!»

Με είδε και μου είπε: «Είμαι εδώ.» Κοίταξα κι εγώ το αντικριστό μου βλέμμα και είπα: «Σ’ αγαπώ.»