Νυχτερινές Περιπλανήσεις
Κάτι νύχτες θερινές με σκοτάδια πυκνά και μόνο φως τον ουρανό, σε παραλίες απόμερες, κάτω από μύρια αστέρια ο νους ξεκινά το μακρύ ταξίδι του. Αρχινά ν’ αναλογίζεται το πέρασμα του γέρου χρόνου που φέρει αίμα και σκόνη στην πλάτη του επάνω. Τόσο αμείλικτος για να μην υπάρχει. Τόσο αδίστακτος κι ας μην υπάρχει. Πέρα από τον έλεγχό μας, να μας διδάσκει σεβασμό και ταπεινότητα.
Μουσικές ακούγονται από μακριά. Και το φλύαρο μυαλό, που για λίγο αποχαυνώθηκε και έμεινε άναυδο μπρος στο θέαμα του κόσμου, δε βαστά και μαρτυρά τη σκέψη. Δεν αντέχει να μην αναρωτάται.
“Πόσο πίσω να πηγαίνει η διαδρομή αυτών των άστρων; Κι άραγε το φως τους να φωτίζει ακόμα; Το φως αυτό που αντικρίζω είναι μονάχα παρελθόν. Κι αυτά τα δυο, παρά τα φαινόμενα δε ζουν ταυτόχρονα. Εγώ κι αυτά δεν υπάρχουμε μαζί. Μα συνυπάρχουμε. Τόσο μακριά και τόσο συνδεδεμένοι. Κάπου περπατήσαμε μαζί σαν ανθρωπότητα. Γεννηθήκαμε από αυτά, μικρά παιδιά του κόσμου, του σύμπαντος φτωχά μαθητούδια.”
Η μουσική όλο και δυναμώνει. Μια ορχήστρα από ένα παράθυρο μακρινό ταξιδεύει στη σιωπή και ακούγεται απόκοσμη. “Τα κατάφερε πάλι. Κάποιον παρέσυρε στις μελωδίες της. Πόσο βαθιά η ανάγκη του ανθρώπου για την τέχνη; Γέμιζε τα σπήλαια με σκίτσα και με χρώματα. Και σκέφτηκε από ζώα να κάνει όργανα. Πώς σκέφτηκε το πιάνο, το βιολί, το τρομπόνι και το κόρνο; Τόσο περίτεχνα, με τόση δημιουργική ευφυΐα. Με την πνοή, με τον χτύπο, τον παλμό γέννησαν ήχο. Από το τίποτα ξεπήδησε το Όλον…
Κι αυτή σ’ αντάλλαγμα του απάλυνε τον πόνο, και την ψυχή του ελάφρυνε. Του ‘φέρε χαμόγελο στα χείλη και ρυθμό στο σώμα του. Πόσους η Ευτέρπη γιάτρεψε; Και πόση έμπνευση θεία χάρισε για να ξεβράσουν άνθρωποι νότες τέτοιες; Αλλά και γράμματα, εικόνες, χρώματα, να χτίσουν κτήρια λαμπρά που ζουν ακόμα. Βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να επικοινωνήσει με το υπέρτατο και με τον διπλανό του άνθρωπο. Με τον ίδιο τον εαυτό του. Να εκφράσει το ακατανόητο και της ψυχής του ανείπωτο. Ασθενεί η ψυχή σα δεν εκφράζεται. Και η τέχνη είναι το φάρμακό της. Γι’ αυτό και τα Ασκληπιεία βρίσκονταν δίπλα στα θέατρα. Να θεραπεύονται οι ασθενείς πρώτα στην ψυχή, για ν’ ακολουθήσει ύστερα το σώμα.
Ένας πιανίστας δίχως ακοή ακούγεται μεγαλειωδώς μέχρι και σήμερα. Ακόμα γοητεύει και εμπνέει. Και ένας νέος, δίχως το φως του, με σύνδρομο αυτισμού. Κι όμως η φύση δεν τον ξέχασε. Του έδωσε απλόχερα το χάρισμα μέσα από τα χέρια του στα πλήκτρα ενός πιάνου να μιλά στις ψυχές των ανθρώπων. Πολλοί ακόμη τέτοιοι άνθρωποι ευλογήθηκαν γενναιόδωρα από χαρίσματα ποικίλα για να θυμίζουν πως ποτέ δεν υπάρχει μονάχα ένα μονοπάτι.”
Και ξεπηδά φουριόζα μια ακόμη ερώτηση παρακάμπτοντας τις άλλες: “Πώς να ‘ναι άραγε οι μνήμες ενός τυφλού; Να ‘ναι μήπως, γιομάτες αγγίγματα κι αρώματα;”
Ανασυγκροτείται και επανέρχεται αυστηρός. “Εκείνο που εξέλιξε το είδος μας ήταν η ανάγκη κι ύστερα η περιέργεια. Ανάγκη για επιβίωση, για τροφή, για ζεστασιά, για προστασία, για ζωή, για συντροφιά. Και μια περιέργεια για το άγνωστο κι ό,τι μας περιβάλει. Για τον ατελεύτητο δρόμο τ’ ουρανού και της γης αυτό το χώμα. Για τη λειτουργία και τα μυστήρια αυτού του κόσμου. Αυτά τα δυο θαρρώ πως γέννησαν τις τέχνες. Αποτέλεσμα του δέους και μιας υπαρξιακής ανησυχίας. Μαζί με της ψυχής το ξεχείλισμα. Αυτή την τάση σύνδεσης.
Αστείο πως η τάση του ανθρώπου είναι να ενωθεί και ζει πρεσβεύοντας τον διχασμό. Όταν όλη του η ζωή είναι μια απέλπιδα προσπάθεια να σμίξει με το άγνωστο που διέπει και στοιχειώνει τη ζωή του και παράλληλα ένας φλογερός, ζοφερός αγώνας να κερδίσει μια αποδοχή από κάποιον, κάπου, κάποτε. Μια πορεία μέσα από μια μήτρα με την ανάγκη να γυρίσει στην αγκαλιά και ασφάλεια από την οποία ήρθε.”
Ξάφνου ένα άγγιγμα έφερε τον νου πίσω στο τώρα. Στην νωπή αμμουδιά, τη φλόγα που λικνίζεται λίγο πιο πέρα, στους γρύλους της νυχτιάς και το ζεστό χαμόγελο.
“Ας είναι…”
