Ένα γράμμα στο παιδί που ήμουν κάποτε.
Μικρό παιδί που ήμουν κάποτε,
έχω τόσα να σου μοιραστώ… Ένα ταξίδι στη Μαδρίτη, στάθηκε αφορμή για να σε συναντήσω και να σε θυμηθώ. Αυτό το γράμμα, λοιπόν, είναι για σένα, αλλά και για μια φωνή του εαυτού μου που ξεπήδησε.
Μου είχαν λείψει οι νέες εμπειρίες, η ξεγνοιασιά, η παρέα, το φαγητό, ο καθαρός αέρας, το περπάτημα, το φρέσκο, το διαφορετικό! Μου είχε λείψει ο παιδικός σου ενθουσιασμός.
Μα πιο πολύ η τέχνη… Οι πίνακες που έφεραν δάκρυα στα μάτια. Μαγικό να βλέπεις πρόσωπα που δεν υπάρχουν πια και να συναντιέσαι μαζί τους, με το βλέμμα και την ιστορία τους, αιώνες μετά σε έναν καμβά. Πρόσωπα που ίσως κάποια και να μην υπήρξαν. Να συναντιέσαι μαζί τους μέσα από τη φαντασία ενός ανθρώπου που δεν υπάρχει πια. Που δημιούργησε από το τίποτα έναν κόσμο, μια στιγμή, ένα συναίσθημα. Μέσα από έναν καμβά να συναντάς τον ιερό κόσμο της ψυχής ενός ανθρώπου που προηγήθηκε της ύπαρξής σου και δεν τον γνώρισες ποτέ. Κι όμως τον ένιωσες. Πήρες μια κρυφή ματιά στο μέσα του. Μίλησες μαζί του, συνδέθηκες μαζί του.

Οι πίνακες με συγκίνησαν με την ανυπαρξία του χρόνου, με την σύνδεση αυτή, με τις υφές, τα χρώματα, τις ρυτίδες, τους φωτισμούς και τα σκοτάδια. Εκείνο το κατάκοπο, εξαντλημένο, ανθρώπινο βλέμμα του Ιησού. Το πονεμένο βλέμμα της μητρός του. Η ανακούφιση στο μπλε, ο εντυπωσιασμός στις αποχρώσεις του ζωντανού χρυσού και του κόκκινου. Τόσες απόψεις, τόσες γνώμες, τόσες οπτικές, ερμηνείες και αποτυπώσεις για τα ίδια γεγονότα, για τις ίδιες ιστορίες, για τις ίδιες θεωρίες και ανησυχίες της ανθρώπινης ύπαρξης. Διαχρονικά. Όσα μας ταλανίζουν μέχρι σήμερα και πασχίζουμε να εξηγήσουμε.
Η τέχνη μου ζεσταίνει την ψυχή. Νιώθω ένα δέος στον κόπο, την πηγαία έκφραση και ανησυχία του καλλιτέχνη να πει, να ξεβράσει τον χείμαρρό του.
Και μετά… μετά το φλαμένκο… Ισπανική κιθάρα! Αυτοσχεδιαστική, ταξιδιάρικη, πολύπλοκη. Από έναν κιθαρίστα σεμνό. Πόσο εντυπωσιακό στη σπανιότητά του! Μια φωνή αντρική, που θύμιζε αμανέ και με ταξίδευε σε άλλο χρόνο κάπου στη γη της Ανδαλουσίας και στην άπατρη πατρίδα των τσιγγάνων. Σα να άκουγα ιστορίες σε μια γλώσσα που δε μιλώ κι όμως καταλαβαίνω.
Και οι χορευτές! Η χάρη μιας γυναίκας γύρω στα εξήντα, η θηλυκότητα που μου έμοιαζε τόσο μακρινή, οι κινήσεις των χεριών της, η κορμοστασιά, το ύφος, τα φορέματα, η σκιά της πάνω στον τοίχο… Αυτή η φιγούρα που στροβιλίζονταν. Και ο άντρας, ο δυναμισμός, το πάθος σε μια άλλη του μορφή, η παρουσία. Η εξισορροπιστική συνύπαρξή τους. Η αρμονία, η ένταση, ο ήχος, ο ρυθμός. Το βλέμμα του κιθαρίστα καρφωμένο πάνω τους, αφοσιωμένο να τους ακολουθήσει, να συνδεθεί. Να πατήσουν οι νότες στα βήματά τους και το αντίστροφο.
Αυτά με έκαναν να σκέφτομαι, τι κάνω στη ζωή μου. Νομίζω η μεγαλύτερη μου σύγκρουση, η πελώριά μου ανησυχία είναι ανάμεσα στο ποιος άνθρωπος είμαι και ποιος θα ήθελα να είμαι. Η ζωή που ζω και αυτή που θα ήθελα. Νιώθω μια καθημερινότητα, τυπική, συνηθισμένη. Βρίσκομαι με ανθρώπους που αγαπώ. Γυρεύω ανθρώπους με ανησυχίες. Ξεκινώ να κάνω αυτό που αγαπώ.
Μα ένα κομμάτι μέσα μου θέλει και «κάτι άλλο». Θέλει τη τρέλα της ζωής. Μια τόλμη σχεδόν ανόητη. Γι’ αυτό κλαίω στα έργα τέχνης. Για το συγκλονιστικό του δημιουργήματος και της ίδιας της δημιουργίας. Μα και για τον άνθρωπο που τόλμησε. Αν δεν είχε τολμήσει, εγώ δεν θα είχα καν την πολυτέλεια του διλήμματος.
Αυτές οι δυο ¨Καζαντζακικές¨ φωνές:
«Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν.
Ο νους: Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αισθήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου. Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ας την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!»
Έτσι το θυμάμαι από μικρή απ’ έξω. Η ασκητική ήταν το βιβλίο που έδινε φωνή στη φωνή μου. Μέχρι σήμερα είναι η δική μου Βίβλος.
Νιώθω ένας άνθρωπος συνηθισμένος. Και σε αυτή τη συνήθεια μαραζώνω. Όχι, γιατί θέλω να γίνω διάσημη, γιατί θέλω να με θυμούνται-δεν επιδιώκω καμιά υστεροφημία- μα γιατί θέλω να ξεδιπλωθώ. Ζωή για εμένα σημαίνει ταξίδια, εμπειρίες, άνθρωποι, συνδέσεις, γεύσεις, πολιτισμοί, τόλμη, τέχνη, αυτό που κανείς δεν περιμένει. Νιώθω έναν εγκλωβισμό στο μονοπάτι που έχουν βαδίσει τόσοι. Με καλεί αυτό που λίγοι προσπάθησαν. Μα νιώθω λιγόψυχη.
Θυμάμαι, μικρή μου, τα όνειρά σου. Θυμάμαι τα βιβλία που διάβαζες με λαχτάρα και το πώς ταξίδευες μαζί τους. Θυμάμαι πως ήθελες να γίνεις αρχαιολόγος, να ανακαλύπτεις τις ιστορίες των προγόνων. Τη συγκίνηση από παιδί στους αρχαιολογικούς χώρους που σε μια πέτρα ζωντάνευε ένας πολιτισμός. Τη συγκίνηση στην ιδέα πως στο ίδιο χώμα που πατά το βήμα σου, κάποτε πάτησε ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας. Το ποίημα του Σεφέρη που σε άγγιξε, γιατί σε κατάλαβε: εκεί στην πέτρα του αρχαιολογικού χώρου που ο χρόνος σβήνει, η πολιτεία ζωντανεύει κι αγγίζεται το παρελθόν. Σε λίγο χώμα ο βασιλιάς της Ασίνης είναι και πάλι παρόν.
Θυμάμαι τη λαχτάρα να γράφεις βιβλία και με αυτά να αλλάξεις τον κόσμο. Τους κόσμους που δημιουργούσες. Τα κομμάτια που έγραφες στο πιάνο και μαζί τις ιστορίες. Τα έργα που φανταζόσουν και τη μουσική τους υπόκρουση. Πως ήθελες να γίνεις σεναριογράφος και ηθοποιός, όχι για τη δόξα, μα για τη συμμετοχή στην ιστορία. Θυμάμαι τις ιστορίες που σε έκαναν να κλάψεις. Τις περιγραφές στα βιβλία που σε γέμισαν εικόνες και προβληματισμούς. Τις σκηνές στον “Modigliani”… « Τι ζωγραφίζει ένας τυφλός; Ο,τι κανείς δεν μπορεί να δει.» Ο χορός του δίπλα στο άγαλμα του Balzac. Το εσωτερικό κλάμα συγκίνησης στην ιδέα πως τόσοι σπουδαίοι ζωγράφοι κάποτε υπήρξαν μαζί, πως υπήρχαν καφέ που γέμιζαν από δαύτους, μίλαγαν, συγκρούονταν, δημιουργούσαν αέναα.
Πού πήγες, μικρή μου;
Κρύβεται μέσα μου ένας άνθρωπος ζωντανός, με παλμό καθάριο, δυνατό και εγώ τον σκοτώνω με έναν συμβιβασμό μιας ζωής συνηθισμένης. Σε ένα «Τίποτα το ιδιαίτερο…», «Να εδώ, τα ίδια…». Υπάρχει μέσα μου ένας άνθρωπος υπερβατικός που «βαριέμαι» ή δειλιάζω να εκφράσω. «Δεν είναι αυτός για μένα!». Εκείνος με τη σειρά του, ανέκφραστος και φιμωμένος, θλίβεται και μέσα από τη θλίψη του με αναγκάζει να τον δω.
Νιώθω πως άμα τον αφήσω δεν θα αφήσει ζωή μετρημένη πίσω. Θα βγει σα σίφουνας, θα τα σαρώσει όλα. Δυο εαυτοί τόσο διαφορετικοί. Και αυτόν τον ακυρώνω, ως μη ρεαλιστικό. Και αυτός σαν απάντηση λυσσομανάει. Αυτός φωνάζει μέσα μου, όταν εγώ συγκαταβατικά σωπαίνω. Μια φωνή μου λέει μέσα μου να μεγαλουργήσω και εγώ απαντώ μετρημένα, τακτοποιημένα, σταδιακά, μεθοδικά, νοικοκυρεμένα. Και αυτή η φωνή έχει όλο το πάθος που μου λείπει. Τον αυθορμητισμό. Πώς να ισορροπήσω αυτές τις δυο φωνές δεν ξέρω…
Κουράστηκα την επανάληψη. Βαρέθηκα. Γυρεύω αυτό το αλλιώς, το κάτι παραπάνω. Σε όλα, γενικά. Δεν αντέχω μια ζωή επαναλαμβανόμενης τελετουργίας. Όχι, όταν η ζωή έχει τόσα νέα να προσφέρει. Τόσο μικρή, με χρόνο μετρημένο, έχω τόσα πολλά να μάθω και διψάω! Μα μένω σε μια ζωή που μοιάζει προδιαγεγραμμένη. Δεν είναι αυτή που θέλω.
Τώρα, με τη σειρά μου πάλι γράφω να σου εξομολογηθώ. Κάνω αυτή την ¨τέχνη¨ εργαλείο, αφού έχει το χάρισμα να υπερπηδά τον χρόνο για να σε συναντήσω. Όχι σε μια πέτρα ή έναν καμβά, μα τώρα δα σ’ ένα χαρτί επάνω κοιτώ το παρελθόν μου και συναντώ το πρόσωπό σου. Αγγίζω εσένα, το εγώ που ήμουν κάποτε. Εσύ θα καταλάβεις καλύτερα από τον καθένα. Αναρωτιέμαι, ποια φωνή τελικά θα ακούσω. Πού βρίσκομαι, ανάμεσα στο θέλω και μπορώ. Τις ίδιες αγωνίες μεταθέτουμε μαζί σε ένα αύριο, που τελικά ποτέ δεν έρχεται. Καθώς οραματίζομαι το βλέμμα σου με όλες τις ελπίδες πάνω μου, σκέφτομαι: ποιον περιμένουμε και τι; Αφού όλα είναι στο εδώ και τώρα.
Ακούω και τη φωνή αυτή, τη ζωντανή, που με αφορμή μια ¨απόδραση¨, σκούντησα και ξύπνησα. Ακούω τον βρυχηθμό της. Δήλωσε στεντόρεια το παρόν. Καίει ακόμα σα φλόγα ιερή και άκαυστη στα σωθικά μου. Περιμένει. Mε αναμένει. Πότε θα της δώσω την άδεια να ζήσουμε και οι δυο.
Με εκτίμηση,
Ο ενήλικας εαυτός σου
