Καράβι Χάρτινο

Μια βαρκούλα είναι η ψυχούλα μας.

Ξύλινη με λευκά γερά πανιά από καραβόπανο να αντέχει το αγιάζι, τα μπουρίνια και την ορμή της θάλασσας. Υφαντό πλασμένο από χέρια ροζιασμένα κι αλμυρά που έζησαν τρικυμία και ξέρουν. Εμείς τα πανιά μας φτιάξαμε…

Σκαρί από κορμούς άγριους που έγιναν λείοι για να πλέουν γοργά, νερά να μη μπάζουν. Να γλιστρά το κύμα πάνω τους. Και λίγο φαγωμένα από τ’ αλάτι των χρόνων. Φέρουν στρειδώνα απ’ τον καιρό. Είναι η θάλασσα που άφησε το στίγμα της ως και το αμμούδι του χρόνου πάνω μας.

Άγκυρα ποτέ δε ρίξαμε. Μονάχα γυρνάμε πέρα δόθε. Πότε σε λιμάνια ξένα και οικεία, κάπου για ν’ αράξουμε. Ζητάμε το απάγγιο. Και ξανά μπαρκάρουμε μέχρι να το βρούμε. Μα ποτέ δεν βολευόμαστε. Πότε πλέουμε στ’ ανοιχτά αναζητώντας μονάχα ελευθερία. Με το νερό να αφηνιάζει στην πλώρη που το σκίζει και με λευκούς αφρούς να ορμά στο βαθυγάλανο.

Για να ταξιδεύουμε φτιαχτήκαμε. Με υπομονή και κόπο. Μας καλεί ο ορίζοντας να σμίξουμε εκεί που ανταμώνει μπλε με μπλε το δίχως τέλος. Εκεί που στη Δύση ο ήλιος καταπίνεται. Κι εμείς ξέφρενα, τρελά παιδιά λαχταράμε να τον ακολουθήσουμε. Να μας καταπιεί κι εμάς ο ουρανός και η θάλασσα, να μας χώσουνε στα σωθικά τους και να μας ξεβράσουν σ’ άλλους  τόπους πιο λαμπρούς. Να ξαποστάσουμε απ’ της αφέντρας θάλασσας τ’ αλύπητο μαστίγωμα. Κι ας την αγαπάμε τόσο. Μας ταξίδεψε μέχρις εδώ κι έγινε συνοδοιπόρος, σύντροφός μας.

Εκεί… με τον ήλιο αντάμα που αναπνέει η ελπίδα κι η ζωή. Εκεί που κατοικεί η Αθανασία. Πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες ή στη νήσο των Μακάρων. -Μακάριοι οι πτωχοί… – Ξέθωροι στους μύθους της Αλήθειας.

Και να γυρίσουμε. Πίσω εκεί στην αιωνιότητα μιας στιγμή μικρής, γυμνής, πολύτιμης, καθάριας σαν το διαμάντι. Μια σπιθαμή που κρύβει αμόλυντη ζωή. Όσο ένα δάκρυ που κουβαλά τον κόσμο.

Να γυρίσουμε… Σ’ εκείνο το καραβάκι από χαρτί. Που το ‘πλάσαν χέρια ροδαλά και τρυφερά. Με πανιά από γέλια και μεράκι. Από ευχές και απ’ όνειρα. Γι’ αυτά ταξίδεψε. Παρθενικό ταξίδι και ποτέ δεν γύρισε… Σ’ ένα παιχνίδι απάνω αφέθηκε στην πρώτη ακρογιαλιά με θάρρος για δεν ήξερε. Και τότε πίστευε… Μακάριοι οι πτωχοί…

Δεν είναι η γνώση που σβήνει το αμόλυντο, το υπερβατό, το ατένισμα στο αδύνατο. Είναι η γνώση που δεν βιώθηκε. Εκείνη η εμπειρία που δεν ειδώθηκε κατάματα. Η καταιγίδα που θέλησε να ξεχαστεί κι όχι να γίνει διδαχή.

Σκαράκι μου γέρικο, μικρό, πάντα θα ‘σαι εκείνο το χάρτινο παιχνίδι, το πεφταστέρι μιας ευχής στην παιδική μου φαντασία. Από εκεί ξεκίνησες κι εκείνο φέρεις. Τα πανιά σου πάντα θα φουσκώνουν απ’ το φύσημα τ’ αθώο που ‘χε Σκοπό αγνό. Πάντα θα λαχταράς τον Ήλιο και την περιπέτεια. Θα πλέεις στα χρυσά του μονοπάτια που άφησε χνάρια πίσω του να τον ακολουθήσεις. Πάντα θα σ’ οδηγούν τ’ αστέρια και θα ξεδιπλώνουν χάρτες με το διάβα σου σαν εκείνος χαθεί μέσα στη νύχτα και τον τυλίξει το αστραφτερό της βέλο. Θα σε καρτερεί ο Αυγερινός λίγο πριν το πρώτο φέγγισμα να σου μαρτυρήσει πως ήρθε η ώρα εκείνη να ξεπροβάλεις από το μαύρο και πυκνό σκοτάδι. Αστρολάβος η Ψυχή σου.

Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες κι αν μέλλει να ‘ναι οι γύρες σου, όσες ιστορίες κι αν συλλέγεις για ν’ αφηγηθείς, θα ψηλαφίζω με τ’ ακροδάχτυλα τους ρόζους απ’ τα ξύλα σου να σε θυμάμαι. Και θα ‘σαι πάντα το μικρό μου χάρτινο καράβι της ζωής που αντίκρισα σε μια ματιά κλεφτή.

Εγγραφή στο Sylviabenaki.com