Τρομερός Επαναστάτης
Ψάχνω καιρό τώρα να εκφράσω και εντοπίσω τι είναι αυτό ακριβώς που αισθάνομαι. Και με βοήθησε αρκετά εκείνο το Σαββατόβραδο, ύστερα από μια ακόμη ανιαρή μέρα, κάλπικη, στο δάσος χωμένο με θολωτή σκεπή τ’ αστέρια, με μουσικές που διεισδύουν στη ψυχή, με χρόνο άχρονο. Εκεί ανάμεσα στ’ αρχαία.
Στις ίδιες πέτρες που ποτίστηκαν με τέχνη και άντεξαν αιώνες. Να κάθομαι εκεί που κάθισαν και εκείνοι με αίμα όμοιο, αιώνες πριν. Και είναι οι πέτρες αυτές άφθαρτες.
Το ίδιο και η ψυχή μου.
Στη στιγμή αυτή ταξίδεψα. Ξεθώριασαν οι σκέψεις που ξελογιάζουν το μυαλό μου και όλοι οι κόποι του κορμιού. Έσβησε το πριν και το μετά. Και η στιγμή με διαπέρασε. Μου επιβλήθηκε. Και το χάρηκα πολύ.
Μετά από καιρό είδα καθαρά. Και αισθάνθηκα. Στο κενό του χρόνου αισθάνθηκα ένα μέλλον όμορφο μέσα στη γοητεία της στιγμής. Εκείνη τη μέρα, Τον αισθάνθηκα μέσα μου. Με αισθάνθηκα μέσα Του. Κι είχα συγκίνηση βαθειά που Τον θυμήθηκα. Κι έμεινα στην αγκαλιά εκεί. Ασφαλής, διαυγής και ήρεμη.
Κοίταξα δίπλα μου, ανάμεσα σε νότες και την ξαστεριά και είδα και εκείνον καθαρά. Εκείνη τη στιγμή τον είδα. Κι είχα αγάπη καθαρή. Είχα σεβασμό. Εκείνη τη στιγμή στην καρδιά μου χώραγε ο κόσμος. Δεν είχα να χωρίσω κάτι. Δεν είχα απόσταση από ανθρώπους. Κι είχα καιρό να το αισθανθώ αυτό… Το είχα λησμονήσει…
Εκείνη τη στιγμή μπορούσα να με δω μαζί του, υπό τη δίκη Του αιγίδα, τη δίκη Του αγκαλιά. Κι ήταν αγκαλιά μέσα στην αγκαλιά. Εκείνη τη στιγμή ήταν ο άνθρωπος μου και συνάμα, καθόλου δικός μου. Ήταν σύντροφος, παρέα, συνοδοιπόρος. Ήταν το χέρι που κράταγα απαλά.
Εκεί μέσα στο αρχαίο θέατρο με χορούς πάνω στη σκηνή, με συνειρμούς και εικόνες πέρα από αυτό που έβλεπα, μέσα στους ψιθύρους των δέντρων, στις αρχαίες πέτρες των προγόνων, ήμουν Σπίτι.
Όταν ονειρεύομαι, είμαι Σπίτι.
Όταν κοιτώ τη θάλασσα, είμαι Σπίτι.
Όταν τυφλώνομαι, βλέποντας κατάματα τον ήλιο, είμαι Σπίτι.
Όταν μιλώ αληθινά με ανθρώπους, ψυχή με ψυχή σε ένα παράθυρο του χρόνου μέσα, είμαι Σπίτι.
Σε ο,τιδηποτε έχει τέχνη μέσα, βρίσκω Σπίτι.
Σε ο,τιδηποτε έχει φύση μέσα, βρίσκω Σπίτι.
Το να φροντίζω τη Γη μου, Μάνα μου, είναι Σπίτι.
Να μιλώ σαν τον τρελό στα δέντρα και να λέω ένα ευχαριστώ στο χώμα, είναι Σπίτι.
Να πιστεύω σε εκείνο δα που πάλλεται, είναι Σπίτι.
Μα το λησμόνησα.
Και νοιώθω βαθύ ξεριζωμό.
Πενθώ για το σπίτι σπίτι αυτό που ξέχασα.
Μα κάποιος θυμάται μέσα μου και με παρακαλά: “Θυμήσου!”
Όχι, δε θέλω από τη ζωή πολλά.
Θέλω αυλή μου, ελεύθερη τη γη. Μονάχα περιβόλι.
Δε θέλω τοίχους. Τα βασικά και απλά.
Δε με νοιάζουν νομίσματα και χαρτικά. Τα βασικά και απλά.
Να κοιτώ τη μέρα που θεριεύει και να προσφέρω. Να βοηθώ κι άλλους να θυμηθούν, κι άλλους να ονειρευτούν, κι άλλους να βρουν πάλι το σπίτι. Να είμαι άνθρωπος για ανθρώπους.
Να Υπηρετώ. Να βιώσω αυτή την ύψιστη τιμή. Μα να υπηρετώ την Αλήθεια. Την αλήθεια με αλήθεια.
Δε βαστώ να δω μια μέρα πίσω και να προφέρω αυτό το «αν» που θα υπέθετε μια ζωή αλλιώς. Να δω τι έχασα. Και τώρα νοιώθω πως χάνω χρόνο.
Δεν μπορεί η ψυχή μου τέτοιο συμβιβασμό.
Δεν είναι εκεί η αξία μου.
Τι να το κάνεις να “πετύχεις”, να “αναγνωριστείς” ή να “προσαρμοστείς” σε μια κοινωνία που νοσεί. Νοσεί μαζί της τ’ όνειρό μου. Κι έχω μέσα φωνή ατίθαση κι ανήμερη.
«Φύγε! Κυνήγα τ’ όνειρο σου κι ας τα χάσεις όλα. Γιατί εκεί που θα χαθείς, εκεί θα βρεις το σπίτι.
Γιατί μόνο το έξω χάνεται. Μα όποτε στρέφεσαι μέσα, εκεί πάντα θα σε βρίσκεις. Εκεί πάντα θα έχει βαθιά συγκίνηση και ζεστασιά.»
Έχω μέσα μου ένα κομμάτι τρυφερό, καθαρό, με ιδανικά, ονειροπόλο και είναι ο,τι πιο σημαντικό φέρω. Αυτό είμαι. Έχω και πολλά κουσούρια. Μα αυτά τα έχω. Εκείνο είμαι. Και χωρίς εκείνο… δεν Είμαι.
Φορώ ρούχο ξένο. Δεν είμαι εγώ. Παίζω ρόλο και τα ρούχα με στενεύουν. Δε ράφτηκαν για μένα. Κι όσο περνά ο καιρός τόσο κλωτσά και πιο πολύ. Γιατί χάνω χρόνο απ’ τ’ όνειρό μου και μοιάζει να απομακρύνεται το σπίτι από τα μάτια μου. Φέγγει όλο και πιο άχνα. Όλο και πιο μακρινά.
Να κάνω υπομονή, να δώσω χρόνο και όλα έχουν τη στιγμή τους… ναι. Μα, καθώς περαστικός απ’ τον πλανήτη αυτό, δανειζόμενη λίγο από τον χρόνο του, μπορεί αύριο να μην υπάρχω. Σε μια στιγμή.
Κι αν έφευγα τώρα, θα ‘χα βάρος πως δεν Υπηρέτησα το Όνειρο. Και άρα με πρόδωσα. Δεν υπηρέτησα, δεν υποστήριξα, δεν κυνήγησα, δε ρίσκαρα, δεν έπαιξα για το Όνειρο αυτό. Δεν άκουσα, δεν τίμησα, δεν πίστεψα σε μένα και το όμορφο κομμάτι μέσα μου. Αυτό που αγαπώ σε μένα. Αυτόν τον τρελό, ανυπότακτο, παράλογό μου επαναστάτη, που μ’ αγκαλιάζει όποτε σταματά ο χρόνος και ο νους σωπαίνει. Όποτε θυμάμαι εμένα και το όνειρό μου.
Αυτόν δεν Τον νοιάζει η «ζωή» που θα θυσιάσει. Γιατί αυτό που ζούμε εδώ, είναι αστείο και προσβολή να λέγεται ζωή. Πέρασε η εποχή αυτή. Δεν είναι αυτό αλήθεια.
Και βλέπω μπροστά μου τον Επαναστάτη και ντρέπομαι να Τον δω στα μάτια. Γιατί στέκομαι δειλή μπροστά Του γράφοντας γραμμές σαν κι αυτές ακούγοντάς Τον να φωνάζει και συνεχίζω μια καθημερινότητα που κάνει πως κωφεύει. Κάνοντας ξανά και ξανά τα ίδια.
Ίδια εγώ σε μια κοινωνία που δεν «είμαι», νιώθοντας “περίεργη”, προσπαθώντας να προσαρμοστώ. Κάπου μακριά από το σπίτι.
Και τον ακούω να λέει: «Αψήφησέ τα όλα! Κανέναν μην ακούς! Ακολούθησε μονάχα το σπίτι σου! Και στην αλήθεια δεν έχεις τίποτα να χάσεις! Μια ψευδαίσθηση είναι όλα! Ο νους, εκείνος ο σοφός που σε φυλά, σε προστατεύει, σα γονιός καμιά φορά υπερβάλλει λίγο. Και εκεί χρειάζεται η παιδική, ριψοκίνδυνή σου επανάσταση. Αυτή που θα σε οδηγήσει στο παράλογο και ξάφνου θα δεις από τι κράμα είσαι κι εσύ πλασμένη. Τι λογής άνθρωπος να είσαι.
Και να γυρέψεις να βρεις στον τίμιο αγώνα σου πού γυρεύεις για να φτάσεις. Πόσο καθαρό και τίμιο το όραμά σου. Και ποια σημαία κραδαίνεις. Σε ποιον κυματισμό αψηφάς τους φόβους όλους, κάθε ασφάλεια και κομφορμισμό και τρέχεις όλος πάθος προς το αδύνατο με τη σιγουριά της αμόλυντής σου πίστης και βαθιάς σου γνώσης πως εκείνο είναι το μοναδικό, σημαντικό μελλούμενο.
Σπίτι σου η γη. Δεν χρειάζεσαι κάτι πέρα από αυτή! Γράψε, ταξίδεψε, τόλμησε κι ό,τι η ζωή σου φέρει. Ανθρώπους, καταστάσεις, μονάχα ακολούθα αυτό που σου ζεσταίνει την καρδιά και σου ανοίγει τη ματιά. Εκεί που έχεις διαύγεια καθαρή.”
Έτσι μου μιλά ο επαναστάτης μου. Πάντοτε με μπέσα. Και έτσι έμαθα να τον σέβομαι. Και πάντοτε τα λόγια του με συγκινούν. Όταν σωπαίνω, βρίσκει χώρο να μιλήσει. Κι όταν τον ακολουθώ, δεν έχει συχαρίκια. Μονάχα εκείνη τη χαρά της γλυκιάς επιστροφής.
Σε ψάχνω να Σε βρω. Γι’ αυτό ξέρω ότι θα Σε συναντήσω.
Σε νοιώθω κοντά και καρτερώ να ξεπροβάλεις, Εσύ δρόμε που γυρεύω, της ψυχής μου διαδρομή. Και θα σε τιμήσω με κάθε ανάσα αυθεντική, Εσένα ατρόμητέ μου Επαναστάτη, που με κρατάς για πάντα άνθρωπο στη βοή μέσα της μέρας.
