Τρέξε!

Τρέχοντας προχωράς προς έναν κόσμο άγνωστο αψηφώντας τις χαρές που προσπερνάς. Στοιχεία στο μάτι ασήμαντα, μα στην καρδιά ζωή, ποδοπατούνται βάναυσα. Τρέχεις, τρέχεις…

Τελικά κατάλαβες ποτέ πού πήγαινες; Και τώρα που οδεύεις; Βασανίζεις τη σκέψη σου με χίλια δυο προβλήματα και χάνεις την ουσία. Αποφεύγεις το βλέμμα του εαυτού σου στον καθρέφτη και τις νύχτες παίρνεις χάπια για να κοιμηθείς, γιατί στο σκοτάδι σκέφτεσαι. Ανοίγεις την τηλεόραση, για να κλείσεις το βιβλίο, κλείνεις την πόρτα για να σηκώσεις το τηλέφωνο, σηκώνεις τα βάρη μόνος σου ή με συντροφιά τον ψυχολόγο, για να μην μιλήσεις στον άνθρωπο δίπλα σου, μιλάς ακατάπαυστα, μα δίχως ουσία και τα λόγια σου χάνονται μόλις ξεπροβαίνουν απ’ τα χείλη σου.

Ξεπροβαίνεις γεμάτος πάθος στη ζωή και ύστερα βυθίζεσαι στο σύστημα που κάποτε, έστω σκέφτηκες να πολεμήσεις. Βυθίζεσαι στη θάλασσα και το κορμί σου τρέμει, όπως έτρεμε κάποτε από αγάπη κι έρωτα, μα τώρα μοναχά απ’ την κούραση. Ο κύκλος συνεχίζεται, μα δεν κλείνει μέχρι να εγκαταλείψεις τον ανούσιο αγώνα.

 Γιατί αγωνίζεσαι; Θυμάσαι τι βλέπει το μπαλκόνι του σπιτιού σου, πώς είναι να πονάς απ’ τα γέλια και όχι απ’ τη θλίψη; Πώς είναι άραγε το χρώμα τ’ ουρανού; Πώς να αισθάνεται κανείς σαν ο αέρας του μαστιγώνει το πρόσωπο, σαν δυο χείλη αγαπητά ακουμπούν το δέρμα του; Πώς μυρίζει η θάλασσα και εκείνο το λουλούδι στη ξεχασμένη αυλή; Ρωτάς να μάθεις σε μια κρίση αλήθειας, τότε που ξεχνιέσαι και ξαφνικά γίνεσαι ο εαυτός σου: “Πώς ονειρεύεται κανείς;” και αμέσως μαζεύεσαι και ξαναγίνεσαι αυτό που θέλουν οι άλλοι να είσαι, αυτό που συνήθισες να προσποιείσαι.

 Μα η καρδιά σου αρνείται την υποταγή, γιατί είναι αληθινή. Σε σπρώχνει στον γκρεμό και σου λέει “Πήδα! Καλύτερα απ’ την κάλπικη ζωή που κάνεις! Ποιος θαρρείς πως είσαι; Πήδα!”. Αυτή τη φωνή παλεύεις να πνίξεις, γιατί το μυαλό το χειρίζεσαι, μ’ αυτή σε πνίγει, καθώς φωνάζει την υποδούλωσή σου. Εξαιτίας της νιώθεις τα δεσμά και σε πονά.

Δυο εαυτοί να παλεύουν μέσα σου. Τι να κάνεις; Ποιον να ακούσεις; Ποιον ν’ ακολουθήσεις; Πασχίζεις να θυμηθείς τι σε διδάξανε σε αυτές τις περιπτώσεις. Στο τέλος κουράζεσαι, λυγίζεις, γονατίζεις. Κοιτάς γύρω σου. Βλέμματα μηχανικά. Εκείνοι παραδόθηκαν. Η φωνή τους σώπασε. Έτσι θες να γίνεις;

Σταματάς λιγάκι τον χρόνο και περπατάς…